βέλα

βέλα· ἥλιος καὶ αὐγή ([dialect] Lacon.), Hsch.:—also [full] βελλάσεται· ἡλιωθήσεται, Id. [full] βελάς· εἴρων καὶ καταγελαστής, Id.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βέλα — βέλᾱ , βέλος missile neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βελά — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 840 μ., 119 κάτ.) στην πρώην επαρχία Αιγιαλείας του νομού Αχαΐας. Βρίσκεται στις βορειοδυτικές απολήξεις των Αροανίων, νότια της Ακράτας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αιγείρας …   Dictionary of Greek

  • Belenvs — BELĔNVS, i, ein Beynamen des Apollo, unter welchem ihn insonderheit die Noriker ehemals verehret haben sollen. Tertullian. ap. Struv. Synt. A. R. c. I. p. 92. a. Er hat aber solche Benennung nach einigen von Βέλος, ein Pfeil, Pithœus ap. Voss.… …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • Doric Greek — Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

  • Pamphylian Greek — Pamphylian is a little attested and isolated dialect of Ancient Greek which was spoken in Pamphylia, on the southern coast of Asia Minor. Its origins and relation to other Greek dialects are uncertain. A number of scholars have distinguished in… …   Wikipedia

  • Dorien — Cet article concerne un ancien dialecte grec. Pour le peuple grec du même nom, voir Doriens. Distribution des dialectes du grec ancien durant la période cla …   Wikipédia en Français

  • διάβρωση — Όρος που χρησιμοποιείται στη γεωλογία και, υπό ευρεία έννοια, αναφέρεται στο σύνολο των διεργασιών που προκαλούν διάφοροι φυσικοί παράγοντες, με αποτέλεσμα την αργή αλλά συνεχή αποσύνδεση και αποκομιδή, λιγότερο ή περισσότερο έντονη κατά τόπους,… …   Dictionary of Greek

  • κούλα — (Kula). Περιοχή και κόλπος στα νησιά του Σολομώντα, ανάμεσα στα νησιά Νέα Γεωργία και Βέλα. Στον κόλπο Κ. έγιναν δύο νυχτερινές ναυμαχίες μεταξύ του αμερικανικού και του ιαπωνικού στόλου, τον Ιούλιο του 1943. * * * η, και κουλές και κουλάς, ο (Μ… …   Dictionary of Greek

  • Βλαχάτανο — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 540 μ., 64 κάτ.) στην πρώην επαρχία Δωδώνης του νομού Ιωαννίνων. Βρίσκεται στα νότια της Μονής Βελά, μεταξύ Κασιδιάρη και Μιτσικελίου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Εκάλης …   Dictionary of Greek

  • Βολιβία — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Συνορεύει στα Β και στα ΒΑ με τη Βραζιλία, στα Δ με το Περού και τη Χιλή και στα Ν με την Αργεντινή και την Παραγουάη.Η Β. είναι η μοναδική χώρα της Νότιας Αμερικής, μαζί με την Παραγουάη, που δεν έχει έξοδο προς τη… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.